ακροάζομαι


ακροάζομαι
ακροάζομαι, ακροάστηκα βλ. πίν. 36

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακροάζομαι — (Α ἀκροάζομαι) νεοελλ. 1. (για γιατρούς) ακούω με το αφτί ή με τη βοήθεια στηθοσκοπίου τους ψόφους ή ήχους που παράγονται στην καρδιά, στους πνεύμονες κ.λπ. 2. ακούω με προσοχή, αφουγκράζομαι αρχ. ἀκροῶμαι*. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού ρ. ἀκροῶμαι …   Dictionary of Greek

  • ἀκροασθῶμεν — ἀκροάζομαι aor subj mp 1st pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροάζεσθαι — ἀκροάζομαι pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠκροάζετο — ἀκροάζομαι imperf ind mp 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροάσασθε — ἀκροά̱σασθε , ἀκροάομαι hearken aor imperat mid 2nd pl ἀ̱κροά̱σασθε , ἀκροάομαι hearken aor ind mid 2nd pl (doric aeolic) ἀκροά̱σασθε , ἀκροάομαι hearken aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) ἀκροάζομαι aor imperat mp 2nd pl ἀ̱κροάσασθε , ἀκροάζομαι …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακροώμαι — ἀκροῶμαι ( άομαι) (Α) 1. ακούω (κάποιον), κυρίως με προσοχή 2. προσέχω τα λεγόμενα κάποιου, δίνω προσοχή, υπακούω 3. (για γιατρούς) ακροάζομαι* 4. (μτχ.) ἀκροώμενος, η, ον α. αυτός που ακούει, που παρακολουθεί διαλέξεις, ο ακροατής β. αναγνώστης… …   Dictionary of Greek

  • ἀκροαζομένα — ἀκροαζομένᾱ , ἀκροάζομαι pres part mp fem nom/voc/acc dual ἀκροαζομένᾱ , ἀκροάζομαι pres part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροασαμένων — ἀκροᾱσαμένων , ἀκροάομαι hearken aor part mid fem gen pl ἀκροᾱσαμένων , ἀκροάομαι hearken aor part mid masc/neut gen pl ἀκροάζομαι aor part mp fem gen pl ἀκροάζομαι aor part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροασομένας — ἀκροᾱσομένᾱς , ἀκροάομαι hearken fut part mid fem acc pl ἀκροᾱσομένᾱς , ἀκροάομαι hearken fut part mid fem gen sg (doric aeolic) ἀκροασομένᾱς , ἀκροάζομαι fut part mp fem acc pl ἀκροασομένᾱς , ἀκροάζομαι fut part mp fem gen sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροασομένων — ἀκροᾱσομένων , ἀκροάομαι hearken fut part mid fem gen pl ἀκροᾱσομένων , ἀκροάομαι hearken fut part mid masc/neut gen pl ἀκροάζομαι fut part mp fem gen pl ἀκροάζομαι fut part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)